Μπορώ να έχω δικαίωμα σε συγκεκριμένη ένδειξη εάν δεν την έχω καταχωρίσει ως εμπορικό σήμα (trademark);

 


(Σε συνεργασία με το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών)


Μπορώ να έχω δικαίωμα σε συγκεκριμένη ένδειξη εάν δεν την έχω καταχωρίσει ως εμπορικό σήμα (trademark);


Του Γιάννη Ψαράκη*


Περίληψη: Η απάντηση είναι ναι. Αλλά ας μην το ρισκάρουμε.

Ι. Η συχνότερη παρανόηση

Μια από τις συχνότερες παρανοήσεις εντολέων μας κατά την πρώτη συνάντηση αναφορικά με θέματα «ονομασιών» προϊόντων, ονομάτων ιστοσελίδων, εμπορικών σημάτων (trademark) και λοιπών συναφών δικαιωμάτων είναι η εξής: θεωρούν ότι προστασία παρέχεται μόνο στην περίπτωση που έχουν προβεί στις προβλεπόμενες διαδικασίες για την καταχώριση εμπορικού σήματος στο Μητρώο Σημάτων. Έτσι, για παράδειγμα, στην περίπτωση στην οποία έχουν κάνει χρήση επί χρόνια (ακόμα και δεκαετίες) συγκεκριμένης ένδειξης, την οποία στη συνέχεια (συνήθως κακόπιστα) καταθέτει τρίτος ως εμπορικό σήμα και κατόπιν εκείνος στρέφεται εναντίον τους βάσει αυτού του δικαιώματος (εμπορικό σήμα), θεωρούν την υπόθεσή τους μάλλον «χαμένη»˙ στην καλύτερη περίπτωση έρχονται σε εμάς με αισθητά μειωμένες προσδοκίες. Η αλήθεια είναι όμως ότι τα πράγματα δεν έχουν καθόλου έτσι.

Αυτό συμβαίνει διότι το αποκλειστικό δικαίωμα επί μιας ένδειξης (λέξη, φράση, εικόνα κτλ) αποκτάται με δυο τρόπους: είτε με την επίσημη διαδικασία καταχώρισης σήματος οπότε και θα κάνουμε λόγο για δικαίωμα του τυπικού συστήματος (ακριβώς διότι εκείνο το οποίο πρωτίστως εξετάζεται είναι το εάν τηρήθηκαν οι τυπικές διαδικασίες που οδηγούν στην καταχώριση του σήματος), είτε δια μέσου της ουσιαστικής χρήσης και της διάδοσης στις συναλλαγές. Στην 1η περίπτωση θα πρόκειται περί εμπορικού σήματος (η νομοθεσία για το εμπορικό σήμα είναι ο ν. 4679/2020). Στη 2η περίπτωση θα πρόκειται για δικαίωμα του «ουσιαστικού συστήματος» – σχετικός είναι ο νόμος 146/1914. Μιλώντας δηλαδή για «εθνικό εμπορικό σήμα» αναφερόμαστε μόνο στην ένδειξη εκείνη για την οποία έχει τηρηθεί η διαδικασία καταχώρισης που προβλέπεται στο ν. 4679/2020.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το εμπορικό σήμα είναι «κάτι λιγότερο» από το διακριτικό γνώρισμα (ουσιαστικό σύστημα)﮲ ούτε και το αντίστροφο. Ενδείξεις του τυπικού (σήμα) ή του ουσιαστικού συστήματος (διακριτικό γνώρισμα) είναι ισοσθενείς. Επιβεβαιώνεται, έτσι, η ισότιμη ισχύς των διακριτικών γνωρισμάτων τον τυπικού και του ουσιαστικού συστήματος. Εκείνο το οποίο θα είναι κρίσιμο για να αποφασίσουμε ποιο δικαίωμα επικρατεί σε περίπτωση σύγκρουσης (π.χ. ένα σήμα ομοιάζει σε κάποιο βαθμό με ένα διακριτικό γνώρισμα και χρησιμοποιούνται προκειμένου να διακριθούν συναφή αγαθά, άρα δεν θα είναι απίθανο να προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης), θα είναι ο εντοπισμός της «χρονικής προτεραιότητας». Σύμφωνα με τον νομικό κανόνα «prior in tempore, potior in jure» το δικαίωμα που θα επικρατήσει είναι εκείνο το οποίο γεννήθηκε πρώτο.

 

ΙΙ. H γέννηση του δικαιώματος

Πότε όμως θεωρείται ότι γεννάται το δικαίωμα; Γνωρίζοντας την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα μπορούμε να αποφασίσουμε περί της χρονικής προτεραιότητας σε περίπτωση σύγκρουσης δύο ή περισσότερων δικαιωμάτων (π.χ. ας πάρουμε το σενάριο στο οποίο δύο επιχειρήσεις χρησιμοποιούν την ίδια ή παρεμφερή εικόνα επί των συσκευασιών των εμπορευμάτων τους).

Στην περίπτωση σήματος, η καταχώριση, εφόσον λάβει χώρα (δηλ. εάν π.χ. δεν ασκηθούν ανακοπές τρίτων μέχρι την καταχώριση ή εάν ασκηθούν και τελικά απορριφθούν) θεωρείται ότι έγινε κατά το χρόνο της υποβολής της δήλωσης, η οποία και τελικά οδήγησε στην καταχώριση. Τότε θεωρείται ότι γεννήθηκε το σχετικό δικαίωμα. Δηλαδή, το σήμα παίρνει προτεραιότητα ήδη από το χρόνο που ο σηματούχος κατέθεσε τη δήλωση για την καταχώριση, ανεξαρτήτως του πότε τελικά η καταχώριση έλαβε τελικά χώρα.

Αντίθετα, στην περίπτωση του διακριτικού γνωρίσματος του ουσιαστικού συστήματος, ισχύει το εξής: το δικαίωμα γεννάται είτε κατόπιν της χρήσης είτε κατόπιν της καθιέρωσης στις συναλλαγές. Ας δούμε όμως πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο.

Τα διακριτικά γνωρίσματα ομαδοποιούνται παραδοσιακά σε δύο ειδικότερες υποκατηγορίες. Η πρώτη αποτελείται από τα διακριτικά γνωρίσματα επιχειρήσεως (διακριτικός τίτλος καταστήματος, επωνυμία εταιρείας κτλ). Στην περίπτωση αυτή, γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα γεννάται από τη χρήση του ονόματος στις συναλλαγές. Αντίθετα, στην περίπτωση διακριτικού γνωρίσματος προϊόντων ή υπηρεσιών (π.χ. ονομασία συγκεκριμένου αναψυκτικού, προϋποτίθεται «κάτι παραπάνω»: επικράτηση αυτού στις συναλλαγές.

Αλλά και στην περίπτωση διακριτικού γνωρίσματος επιχειρήσεως/καταστήματος, η – φαινομενικά ευχερής – απόδειξη της «χρήσης στις συναλλαγές» δεν είναι εύκολη υπόθεση. Προστασία, στην περίπτωση αυτή, παρέχεται μόνο εφόσον γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ή τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων (ΔΕΣ) πραγματική και διαρκής χρήση της σχετικής ένδειξης στις συναλλαγές. Σύμφωνα με τις αποφάσεις των δικαστηρίων, πραγματική είναι η χρήση που έχει το χαρακτήρα ουσιαστικής συμμετοχής της επιχείρησης στις συναλλαγές υπό ορισμένη ένδειξη, ενώ διαρκής είναι η χρήση όταν εμφανίζεται ως παρατεταμένη και σταθερή διείσδυση του προσώπου στον οικονομικό βίο, ως προσφορά αγαθών ή υπηρεσιών προορισμένη να διαρκέσει και να οδηγήσει σε διενέργεια σειράς  συναλλαγών επί  των προσφερόμενων αντικειμένων. Γενικά, η κρίση αυτή προϋποθέτει εκτίμηση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτόματη.

Για παράδειγμα, στο ειδικότερο ζήτημα των ονομασιών πεδίου στο διαδίκτυο (domains), ανακύπτει το ζήτημα εάν για την απόκτηση δικαιώματος επ’ αυτών ως διακριτικών γνωρισμάτων κατ’ άρθρο 13 παρ. 1 ν. 146/1914 (αν δεν έχουμε προνοήσει να την καταχωρίσουμε ως σήμα) αρκεί η απλή δέσμευση μιας ονομασίας πεδίου, χωρίς ουσιαστική ενεργοποίηση της (δηλ. η απλή δέσμευση του ονόματος της ιστοσελίδας, μέσω συγκεκριμένου παρόχου). Σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, η απλή δέσμευση (και μόνο) ονομασίας πεδίου δεν συνιστά άνευ ετέρου και πράξη, χρήσης (συμμετοχής) στις συναλλαγές. Έτσι κρίθηκε και στην υπ’ αριθμ. 1378/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

ΙΙΙ. Η πρώτη (μα κυρίως η δεύτερη) αντίδραση

Όταν λοιπόν ο ενδιαφερόμενος αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να απολαμβάνει το απόλυτο δικαίωμα και την αντίστοιχη προστασία ακόμα και χωρίς την καταχώριση εμπορικού σήματος, οι άμεσες δύο αντιδράσεις του είναι (συνηθέστατα) οι εξής: η πρώτη – και πιο άμεση – είναι φυσικά να αναπτερώνεται το ηθικό του σχετικά με την υπόθεση την οποία μέχρι πρότινος θεωρούσε χαμένη. Η δεύτερη είναι ότι του γεννάται το εξής ερώτημα: «και τότε γιατί να καταχωρίσω»; Και είναι απόλυτα λογικό αυτό. Η καταχώριση αποτελεί μια πρόσθετη διαδικασία, η οποία απαιτεί εκτός από χρόνο και χρήμα. Εάν μιλάμε πράγματι για ισότιμες επιλογές (ουσιαστικό Vs. τυπικό σύστημα) η καταχώριση θα ήταν μάλλον η λιγότερο έξυπνη και ορθολογική επιλογή.

Τα πράγματα όμως πολύ απέχουν από το να είναι έτσι. Η καταχώριση σήματος εξακολουθεί να αποτελεί την πλέον έξυπνη επιλογή για τον επιχειρηματία˙ και αυτό είναι αληθές για μια σειρά από λόγους. Αρκετούς τους έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενη αρθρογραφία μας – κάποιους άλλους όμως θα τους αναφέρουμε για πρώτη φορά εδώ. Τα οφέλη από την καταχώριση σήματος – σε σύγκριση με την επανάπαυση στην προστασία του ουσιαστικού συστήματος – είναι πολλά και τα σημαντικότερα θα μπορούσαμε να τα ομαδοποιήσουμε σε 3 ειδικότερους πυλώνες:

Πυλώνας 1ος – Οφέλη στην περίπτωση δικαστικής διένεξης καθ’ όλη τη διάρκεια προστασίας του σήματος: Η καταχώριση εμπορικού σήματος έχει ως συνέπεια την προστασία βάσει (και) του ν. 4679/2020 περί εμπορικών σημάτων. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι εφαρμόζεται μια σειρά από ευνοϊκές διατάξεις οι οποίες διευκολύνουν τον σηματούχο κατά την διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, αυξάνοντας σημαντικά τις πιθανότητες έκδοσης μιας θετικής για εκείνον απόφασης. Εξίσου σημαντικό είναι και το εξής: όπως παρατηρήσαμε, η κτήση δικαιώματος με βάση το ουσιαστικό σύστημα (δηλ. χωρίς να προηγηθεί καταχώριση σε δημόσιο μητρώο) προϋποθέτει άλλες φορές επικράτηση και άλλες έστω χρήση στις συναλλαγές. Ακόμα όμως και η περίπτωση της «χρήσης» είδαμε ότι προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη και λοιπών περιστατικών, τα οποία αποδεικνύουν ότι η χρήση είναι πραγματική και διαρκής. Μάλιστα, ακόμα και αν αποδειχθούν τα παραπάνω, η προστασία παρέχεται μόνο στο έδαφος που διαπιστώνονται αυτές οι προϋποθέσεις (και όχι δηλ. στο σύνολο της επικράτειας).

Πυλώνας 2ος – Οφέλη ως προς την εικόνα της επιχείρησης: η καταχώριση σήματος αποτελεί πραγματικότητα που δείχνει την σοβαρότητα του εγχειρήματος προς τους τρίτους. Σε περιπτώσεις εξαγορών ή συνεργασιών με μεγάλες επιχειρήσεις, η καταχώριση σήματος θα καταλήγει να θεωρείται δεδομένη. Η καταχώριση λοιπόν κάνει καλή εντύπωση, ενώ η έλλειψη αυτής όχι. Υπάρχουν επιχειρήσεις οι οποίες δημοσιεύουν στα social media την καταχώριση του σήματός τους, με το σκεπτικό ότι αυτό προσδίδει αξία στα προϊόντα ή/και τις υπηρεσίες που εμπορεύονται. Οι καταναλωτές αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα της καταχώρισης ως παράγοντα που προσδίδει αξία και μοναδικότητα στα αγαθά που αγοράζουν.

Πυλώνας 3ος – Οφέλη ως προς την εξέλιξη της ίδιας της επιχείρησης: Η καταχώριση σήματος παρέχει την αναγκαία ασφαλή πλατφόρμα για τη διενέργεια επενδύσεων επί των προϊόντων ή και υπηρεσιών της επιχείρησης. Έχει παρατηρηθεί ότι γνωρίζοντας κανείς πως συγκεκριμένη ένδειξη «του ανήκει» εργάζεται πολύ πιο εστιασμένα με σκοπό την ανάπτυξη της επιχείρησής του, αφού θα διασφαλίζει ότι χτίζει σε περιοχή κυριότητάς του. Η καταχώριση του σήματος δημιουργεί τη σταθερή βάση για την ανάπτυξη. Σκεφτείτε το παράδειγμα με το σπίτι: εάν σου ανήκει, κάνεις πολύ μεγαλύτερες επενδύσεις και προκύπτει τελικά ένα πολύ καλύτερο αποτέλεσμα, σε σύγκριση με τις επενδύσεις που θα έκανε κανείς σε σπίτι το οποίο νοικιάζει και δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι θα συνεχίζει να μένει εκεί ες αεί (ή ακόμα και ότι θα μπορεί αν το πουλήσει, ενσωματώνοντας τις επενδύσεις του, άρα επιτυγχάνοντας μεγαλύτερο τίμημα).

ΙV. Τι με συμφέρει τελικά;

Εάν στο τέλος μιας αντιδικίας ρωτήσετε κάποιον επιχειρηματία εάν το μετάνιωσε που δεν καταχώρισε σήμα, η απάντηση θα είναι 100% θετική. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο κερδήθηκε στη βάση διακριτικού γνωρίσματος του ουσιαστικού συστήματος, δεν διαφοροποιεί αυτή την απάντηση. Ο κόπος, η αναζήτηση στοιχείων, το άγχος και η συνεχής εγρήγορση γα κάλυψη κενών στα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία σε περίπτωση σήματος θεωρούνται δεδομένα αλλά και το αυξημένο κόστος της δικηγορικής αμοιβής δεδομένης της μεγαλύτερης δυσκολίας της υπόθεσης, αποτελούν μόνο λίγους από τους λόγους για τους οποίους ο καθένας θα προτιμούσε να δαπανήσει ένα σχετικά μικρό αντίτιμο «για να έχει το κεφάλι του ήσυχο», μειώνοντας σημαντικά και την αγωνία που αναγκαία συνεπάγεται ένας δικαστικός αγώνας.

Η καταχώριση σήματος, για τους λόγους που εδώ αναφέραμε και για πολλούς άλλους, αποτελεί πάντοτε μια συμφέρουσα επιλογή. Ακόμα και αν, όπως είπαμε, δεν είναι απίθανη η θετική έκβαση ενός δικαστικού αγώνα και χωρίς αυτή.

 

*Ο Γιάννης Ψαράκης (Υπ. Διδάκτωρ Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ – ΜΔΕ ΙΙΙ) είναι συνεργάτης της Δικηγορικής Εταιρείας Ψαράκης|Κεφαλάς (www.psarakislegal.com) και ιδρυτής του IP Hub “The Trademark Hoop” (www.thetrademarkhoop.com)

Το βιβλίο του «Ο Κίνδυνος Σύγχυσης στο Δίκαιο του Σήματος» κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο «Νομική Βιβλιοθήκη».